Εισαγωγικά

Έρευνες αποδεικνύουν (Freeman – Longo, Blanchard 1998, Young, Griffin – Shelley, Cooper, O’Mara, Buchanan 2000) ότι το σεξ αποτελεί την πιο συχνή θεματική αναζήτησης στο διαδίκτυο. Περισσότερο από το μισό του συνόλου όλων των επισκέψεων σε δικτυακούς τόπους αφορά εν γένει στη σεξουαλική δραστηριότητα. Με δεδομένη την τεράστια επισκεψιμότητα δικτυακών τόπων με πορνογραφικό – σεξουαλικό περιεχόμενο η διερεύνηση της σχέσης ανάμεσα στην πορνογραφία που διακινείται μέσω του διαδικτύου και της σεξουαλικότητας και της  σεξουαλικής παραβατικότητας αποτελεί ένα σχετικά νέο ερευνητικό πεδίο. Παρότι για τις πιο παραδοσιακές μορφές διακίνησης πορνογραφικού υλικού (φωτογραφίες, βιντεοταινίες κ.τ.λ.) και τη σχέση τους με τη σεξουαλική εγκληματικότητα έχει εκπονηθεί ένας μεγάλος αριθμός επιστημονικών μελετών, πολλών διαφορετικών γνωστικών αντικειμένων, οι οποίες μάλιστα δεν επιβεβαιώνουν αιτιακή σχέση των δυο φαινομένων, ωστόσο για την ηλεκτρονική – διαδικτυακή πορνογραφία υπάρχουν προς το παρόν ελάχιστες μελέτες.

Η ηλεκτρονική – διαδικτυακή πορνογραφία διαθέτει κοινά χαρακτηριστικά με τις «παραδοσιακές» μορφές πορνογραφίας, αλλά και σαφείς ιδιαιτερότητες, που την διακρίνουν από αυτές. Οι βασικές μπορούν να εντοπιστούν (Ven – Hwei Lo, Ran Wei 2002) στο ότι η ηλεκτρονική πορνογραφία:

α. διαθέτει εύκολη και σχετικά ανέξοδη προσβασιμότητα σε εκατομμύρια χρήστες ανά την υφήλιο,

β. εγκαθιστά σχέση ενεργητική, σχέση διαντίδρασης με τον χρήστη,

γ. ο χρήστης μπορεί εύκολα να γίνει ταυτόχρονα και διακινητής, ή/και παραγωγός σχετικού υλικού και

δ. αποτελεί ταυτόχρονα μέσο μαζικής ενημέρωσης και επικοινωνίας, όπου το εικονικό – φαντασιακό διαπλέκεται με το πραγματικό, μέσω της δυνατότητας που παρέχει για άμεση επικοινωνία, ανταλλαγή απόψεων, ακόμα και off-line γνωριμίες και σχέσεις. Το πορνογραφικό περιβάλλον εμπλέκει το εικονικό με το πραγματικό καθώς διαθέτει την μοναδική ικανότητα να είναι φαντασιακό για τον χρήστη τη στιγμή που το επισκέπτεται, και είναι και πραγματικό για τους πρωταγωνιστές του σε κάποιο τόπο και χρόνο, μπορεί όμως να γίνει πραγματικό και για τον χρήστη, αν αυτός το θελήσει, μέσω της δυνατότητας άμεσης επικοινωνίας του με τους παραγωγούς.

         Πόσο και πώς επιδρά το διαδίκτυο στην δημιουργία των σεξουαλικών πεποιθήσεων και αντιλήψεων των χρηστών του και ιδίως των νέων; Έρευνες (Ballard, Morris 1998, Goodson, McCormick, Evans 2001, Koch 1998) σε βορειοαμερικανούς ανήλικους και ενήλικους σπουδαστές κατέδειξαν ότι το διαδίκτυο έχει την ίδια, ή και βαρύτερη επίδραση στις σεξουαλικές αντιλήψεις και στάσεις τους απ’ ότι η οικογένειά τους, ενώ άλλες επιβεβαιώνουν τη σχέση ανάμεσα στην διαδικασία κοινωνικοποίησης εφήβων και νεαρών ενηλίκων και την χρήση ερωτικών – πορνογραφικών δικτυακών τόπων.

         Ποιοι είναι οι λόγοι που επιλέγουν οι νέοι το διαδίκτυο; Βάσει ερευνών που εκπονήθηκαν σε Καναδά και ΗΠΑ (Goodson, McCormick, Evans 2001) σε μεικτά δείγματα νέων ανώτερης μόρφωσης μπορούν να συνοψιστούν στους εξής:

α. εύρεση πορνογραφικού υλικού για διασκέδαση και αυνανισμό,

β. εύρεση on-line ερωτικών συντρόφων,

γ. ενημέρωση – περιέργεια για το σεξ,

δ. εύρεση off –line ερωτικών συντρόφων,

στ. επικοινωνία και διαδικτύωση ατόμων και ομάδων με ειδικά ερωτικά ενδιαφέροντα.

Το διαδίκτυο προσφέρει μια εξαιρετικά ευρεία γκάμα επιλογών ερωτικών συντρόφων, διαθέσιμων  όλο το 24ωρο, οπότε η αναζήτηση του cyber sex, γίνεται με τρόπο σχετικά ανέξοδο, νόμιμο και ακίνδυνο από σεξουαλικά μεταδιδόμενες αρρώστιες αλλά και εξασφαλίζει ανωνυμία και  ιδιωτικότητα. Η ανωνυμία την οποία προσφέρει το διαδίκτυο θεωρείται ότι αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους λόγους επίσκεψης των πορνογραφικών δικτυακών τόπων, αλλά και της δικτυακής σεξουαλικής εξάρτησης, όπως θα αναλυθεί ακολούθως. Η ανωνυμία και η συνακόλουθη ελαχιστοποίηση κοινωνικού στιγματισμού προσφέρει τη δυνατότητα στο χρήστη να επιλέξει ρόλους και σεξουαλικές τακτικές που συνιστούν μύχιες και καταπιεσμένες του επιθυμίες και φαντασιώσεις. Η ανώνυμη και απρόσωπη εμπλοκή του χρήστη του δημιουργεί συναισθήματα εμπιστοσύνης, αποδοχής και άνεσης, την αίσθηση μεγαλύτερου ελέγχου των σχέσεων στις οποίες εμπλέκεται και παράλληλα μεγαλύτερη ευχέρεια πειραματισμών. Ο Danet (1998) υποστήριξε πως τόσο η ανωνυμία όσο και ο παιχνιδιάρικος χαρακτήρας του διαδικτύου μπορεί να απελευθερώνει όλα τα είδη συμπεριφοράς που διαφορετικά μπορεί να μην εκδηλώνονταν (Palandri και Green, 2000).

Κατά τους Young et al. οι γυναίκες επιλέγουν τη χρήση της ηλεκτρονικής πορνογραφίας γιατί τις απαλλάσσει από το κοινωνικό στιγματισμό και τους επιτρέπει να εξερευνούν τη σεξουαλικότητά τους χωρίς κοινωνικές δεσμεύσεις, ενώ οι άντρες διότι τους απαλλάσσει από το άγχος της ερωτικής επίδοσης, ή από αισθήματα σεξουαλικής μειονεξίας (π.χ. πρόωρη εκσπερμάτιση) και βέβαια τους δίνει τη δυνατότητα έκφρασης κρυφών φαντασιώσεων και απωθημένων, χωρίς τον κίνδυνο στιγματισμού και διατάραξης των ερωτικών σχέσεών τους στο πραγματικό τους περιβάλλον. Υποστηρίζεται δε ότι για αυτούς τους λόγους οι άντρες κατά κύριο λόγο επιλέγουν να βλέπουν on-line πορνογραφικό υλικό, ενώ οι γυναίκες είναι πιθανότερο να εμπλακούν σε on-line ερωτικές σχέσεις.

         Οι Cooper, Putnam et al. (1999) με βάση εμπειρική έρευνά τους σε 9.177 χρήστες πορνογραφικών δικτυακών τόπων προβαίνουν σε κατηγοριοποίηση τους στις εξής τρεις κατηγορίες:

α. τους χρήστες για ψυχαγωγία (recreational users), οι οποίοι επισκέπτονται τα σχετικά sites από περιέργεια και για λόγους διασκέδασης,

β. τους χρήστες υπό κίνδυνο (at risk users), οι οποίοι διαμορφώνουν μια καταναγκαστική σχέση με την ηλεκτρονική πορνογραφία, η οποία επιδρά και στην off-line ερωτική τους συμπεριφορά,

γ. τους σεξουαλικά παθολογικούς χρήστες (sexual compulsive users), οι οποίοι χρησιμοποιούν το διαδίκτυο για να εκφράσουν τις παθολογικές, ή παρεκλίνουσες σεξουαλικές τους προτιμήσεις και να δικτυωθούν με αντίστοιχους άλλους χρήστες.

         Η ποσότητα του πορνογραφικού υλικού που βρίσκεται στο διαδίκτυο είναι τεράστια καταλαμβάνοντας ένα πολύ μεγάλο ποσοστό του παγκόσμιου ιστού. Για παράδειγμα αν πληκτρολογήσουμε το λήμμα «sex movies» σε μία διαδικτυακή  μηχανή αναζήτησης (google), σε 0,12 δευτερόλεπτα θα έχουμε στη διάθεση μας περί τις 141.000.000. ιστοσελίδες πορνογραφικού περιεχομένου. Οι πορνογραφικοί δικτυακοί τόποι διακρίνονται σε τρεις κατηγορίες με βάση τις κυρίαρχες θεματικές που φιλοξενούν και το είδος της σχέσεις που επιδιώκουν να εγκαταστήσουν με το χρήστη τους:

 Α. sites με απεικονίσεις (στατικές ή με τη μορφή ταινίας) σεξουαλικών επαφών κάθε τύπου με πρωταγωνιστές ετεροφυλόφιλους, και δυνατότητες αποθήκευσης των σχετικών αρχείων έναντι αμοιβής,

Β. sites με σεξουαλικές δραστηριότητες με υποκείμενα ειδικού ενδιαφέροντος. Σε αυτές περιλαμβάνεται πορνογραφικό υλικό με πρωταγωνιστές ανηλίκους, τρανσέξουαλς, ομοφυλόφιλους, υπέρβαρους, ανάπηρους, ηλικιωμένους κ.τ.λ., 

Γ. sites με απεικονίσεις διαφόρων άλλων παραφιλικών εκφράσεων, όπως σαδομαζοχιστικές πρακτικές, σεξουαλικές περιπτύξεις με ζώα, φετιχισμό, εικονικούς βιασμούς, βασανιστήρια κ.τ.λ.

Όσον αφορά στη δεύτερη και τρίτη κατηγορία επιδιώκουν την περαιτέρω εγγραφή του επισκέπτη ως μέλος οπότε μπορεί να έχει πρόσβαση, πολλές φορές και συνήθως δωρεάν, στο πορνογραφικό υλικό του site, να ανταλλάσσει τέτοιο υλικό, να λειτουργεί δηλαδή ταυτόχρονα ως παραγωγός, διακινητής και καταναλωτής του πορνογραφικού προϊόντος. 

         Οι δικτυακοί πορνογραφικοί τόποι και ιδίως εκείνοι, που διακινούν σκληρό πορνογραφικό υλικό ειδικού ενδιαφέροντος, με ειδικές κατηγορίες συμμετεχόντων, ή με διάφορες παραφιλικές εκφράσεις και τακτικές κλπ, λειτουργούν ως «κοινότητες», στις οποίες μετέχουν υπό καθεστώς ανωνυμίας χιλιάδες χρήστες. Η επικοινωνία μεταξύ των χρηστών γίνεται κατά κύριο λόγο μέσω ανταλλαγής e-mails και chat rooms. Συνίσταται δε στην ανταλλαγή σχετικού πορνογραφικού υλικού, στην ανταλλαγή απόψεων, φαντασιώσεων και εμπειριών, αλλά και σε σύναψη on-line σεξουαλικών σχέσεων, με τη χρήση ηλεκτρονικών οπτικών μέσων (βιντεοκάμερας) εγκατεστημένων στον προσωπικό ηλεκτρονικό υπολογιστή του καθενός.

Σύμφωνα με τους Goldstein και Kant (1973), «η επαφή ατόμων με πορνογραφικό υλικό, μπορεί να τα επηρεάσει και να τα οδηγήσει σε αντικοινωνική συμπεριφορά, αν  η επαφή αυτή λαμβάνει χώρα για μακρύ χρονικό διάστημα». Η παρακολούθηση ταινιών πορνογραφικού περιεχομένου μπορεί να προκαλέσει και να καλλιεργήσει σεξουαλικά πρότυπα  βίας, ψυχρότητας και ψυχολογικής πίεσης, αφού η πλειοψηφία των ταινιών πορνογραφίας αναπαράγουν συνήθως τέτοιες σκηνές βίας. 

    Διαδεδομένη στην ηλεκτρονική πορνογραφία είναι η χρήση βίαιων σεξουαλικών τακτικών, είτε με τη μορφή εικονικών βιασμών είτε με τη μορφή άλλων σαδομαζοχιστικών τακτικών, διαμορφώνοντας έτσι μια στρεβλή εικόνα ερωτικοποίησης του βιασμού, ο οποίος αποτελεί πρωτίστως ένα έγκλημα βίας και δευτερευόντως ένα σεξουαλικό έγκλημα. Ο χρήστης εξοικειώνεται με τη βία, με μεθόδους και τακτικές που μετατρέπουν τον άνθρωπο σε αντικείμενο ηδονής, η οποία μάλιστα αντλείται από τον εξευτελισμό, την ταπείνωση, ή και τον βασανισμό του, στοιχεία τα οποία δημιουργούν την «αποδοχή των μύθων περί βιασμού» (rape myths acceptance). Τον όρο που εισήγαγε και καθιέρωσε ο Burt (1980, 1981), ο οποίος και διαμόρφωσε τη λεγόμενη «Κλίμακα αποδοχής μύθων περί βιασμού» (Rape Myth Acceptance Scale – RMAS).

Η σχέση ανάμεσα στη διαδικτυακή πορνογραφία και την αποδοχή εκ μέρους του χρήστη «μύθων περί βιασμού» οδηγεί άραγε αιτιακά στη διάπραξη σχετικών εγκλημάτων; Ενδεχομένως η εξοικείωση με τη βία να διαμορφώνει εκείνο το ιδεολογικό και ψυχολογικό υπόστρωμα πάνω στο οποίο δομείται και διευκολύνεται το πέρασμα στην σεξουαλική παραβατικότητα. Η πορνογραφία οποιουδήποτε τύπου θεωρείται ότι δημιουργεί στον καταναλωτή στρεβλές και δυσλειτουργικές αντιλήψεις και πεποιθήσεις σχετικά με τη σεξουαλικότητα και τους ρόλους, οπότε και δημιουργεί το ψυχολογικό υπόστρωμα πάνω στο οποίο ευκολότερα μπορεί να αναπτυχθούν σεξουαλικές παρεκκλίνουσες, ή και παραβατικές συμπεριφορές. Ζητούμενο επίσης αποτελεί το κατά πόσο η κατανάλωση βίαιου πορνογραφικού υλικού οδηγεί στη διαμόρφωση μιας στρεβλής αντίληψης περί της σεξουαλικότητας, ή δημιουργεί την ψευδή πεποίθηση ότι ο βιασμός και γενικότερα κάθε μορφής σεξουαλική κακοποίηση είναι «(Bancroft 1983) μια βίαιη έκφραση της σεξουαλικότητας, ενώ στην πραγματικότητα αποτελεί τη σεξουαλική έκφραση της βίας».

Βασικό χαρακτηριστικό της πλειοψηφίας των πορνογραφικών ταινιών είναι η ταπείνωση της γυναίκας και η προβολή της ανδρικής υπεροχής. Ο βαθμός υποταγής και εξευτελισμού της γυναικάς αποτελεί μέτρο ποιότητας για τις ταινίες αυτού του περιεχομένου. Το ίδιο ισχύει και σε ταινίες ομοφυλοφιλικού περιεχομένου καθώς και σε περιπτώσεις όπου έχουμε ερωτικές συνευρέσεις με παραπάνω από δύο άτομα. Οι γυναίκες ή αυτοί που έχουν το ρόλο των γυναικών υποτάσσονται στους άνδρες.

    Δημιουργεί η συχνή χρήση των διαδικτυακών πορνογραφικών τόπων στον χρήστη κάποιου είδους εξάρτησης; Είναι πιθανή η εγκαθίδρυση μιας ιδιότυπης εξάρτησης από τη χρήση του διαδικτύου, η οποία είτε παίρνει τη μορφή καταναγκαστικής κατανάλωσης πορνογραφικού υλικού, είτε εξάρτησης από διαδικτυακές σεξουαλικές σχέσεις (cubersex relationships). Υποστηρίζεται (Griffiths 1996) μάλιστα ότι η εν λόγω εξάρτηση περιλαμβάνει διαγνωστικά στοιχεία, που χαρακτηρίζουν και τις φαρμακευτικές εξαρτήσεις, όπως διαταραχές του θυμικού, συμπτώματα ανοχής, απόσυρσης, κατάθλιψης και αμφιθυμικές συμπεριφορές.

Η ανωνυμία που απολαμβάνει ο χρήστης πορνογραφικών δικτυακών τόπων θεωρείται ένα από τα κυριότερα «συστατικά» αυτής της εξάρτησης. Η ανωνυμία ( anonymity ), η προσβασιμότητα ( accessibility ) και η προσφορότητα ( affordability ) θεωρούνται ως οι βασικοί παράγοντες κινδύνου να αναπτυχθεί διαδικτυακή σεξουαλική εξάρτηση. Οι χρήστες που έχουν ιδιαίτερα χαμηλή αυτοεκτίμηση, σοβαρά αρνητική εικόνα για το σώμα τους, παρουσιάζουν σεξουαλική δυσλειτουργικότητα (ψυχολογική, ή οργανική) και έχουν ήδη εγκατεστημένη σεξουαλική εξάρτηση συνιστούν ομάδα υψηλής επικινδυνότητας να εμφανίσουν και διαδικτυακή σεξουαλική εξάρτηση.

 

 

 

 

Παιδική Πορνογραφία

Παιδική πορνογραφία είναι η αναπαραγωγή σεξουαλικών εικόνων με αντικείμενο παιδιά. Υπό την επήρεια ναρκωτικών ουσιών ή με τη χρήση βίας, ανήλικα αγόρια και κορίτσια υποχρεούνται να συμμετέχουν σε σεξουαλικές πράξεις μεταξύ τους, με ενήλικες, ακόμη και με ζώα. Τα παιδιά (κάποιες φορές βρέφη, ηλικίας μικρότερης των 2 ετών), βασανίζονται, υφίστανται κάθε μορφή σωματικής και ψυχολογικής βίας και συχνά δολοφονούνται. Λόγω της μικρής τους ηλικίας δεν έχουν ακριβή συνείδηση του τι ακριβώς τους συμβαίνει και κλαίνε λόγω του πόνου που υφίστανται.

Το διαδίκτυο διευκολύνει και βοηθά την ανάπτυξη και της παιδικής πορνογραφίας, προσφέροντας ανωνυμία και ασφάλεια στους χρήστες. Ο αριθμός των ηλεκτρονικών διευθύνσεων με υλικό παιδικής πορνογραφίας είναι πραγματικά απίστευτα μεγάλος. Ενδεικτικά αναφέρουμε ότι το έτος 1999 υπολογίζεται ότι ήταν περίπου 4,3 εκ.. Έρευνα που διενεργήθηκε το 1997 από αμερικανικό μη κερδοσκοπικό οργανισμό αποκάλυψε ότι το δίκτυο Inter – Relay Chat (IRC), το οποίο απευθυνόταν σε παιδόφιλους χρήστες, δεχόταν περίπου 1.500 επισκέψεις ημερησίως, όπου γινόταν ανταλλαγή πορνογραφικού υλικού και εμπειριών. Οι εικόνες αφορούσαν κυρίως αγόρια ηλικίας κάτω των 13 ετών τα οποία κακοποιούνταν σεξουαλικά.

Οι δράστες – πολύ συχνά – φωτογραφίζουν ή βιντεοσκοπούν τις σεξουαλικές τους εμπειρίες με ανήλικους, καθώς και σκληρές σκηνές κακοποίησης αυτών και προωθούν έπειτα το υλικό αυτό μέσω του διαδικτύου. Εξάλλου, ο αριθμός των παιδιών που υποχρεούνται σε σεξουαλικές επαφές on – line μέσω του διαδικτύου αυξάνεται δραματικά. Στα τέλη του 1997 βρίσκονταν σε «ζωντανή σύνδεση» 10 εκ. παιδιά παγκόσμια, έναντι των 6 εκ. στις αρχές του ιδίου έτους και του 1.1 εκ. το έτος 1995 (Hughes M. Donna 1999).

Η Ιαπωνία κατέχει την πρώτη θέση στην παραγωγή πορνογραφικού υλικού, το οποίο διοχετεύεται σε όλον τον κόσμο, ενώ οι Φιλιππίνες «προμηθεύουν» τις Ηνωμένες Πολιτείες με παιδιά για τον σκοπό αυτό. Η πλειοψηφία των ταινιών που διακινούνται στο διαδίκτυο με παιδική πορνογραφία παρουσιάζουν παιδιά που κατάγονται από Ασία, Αφρική και Λατινική Αμερική ενώ οι ενήλικοι άνδρες που τα κακοποιούν φαίνεται να προέρχονται τις περισσότερες φορές από την Ευρώπη και τις ΗΠΑ. Παράγονται κυρίως σε χώρες όπως οι Φιλιππίνες, η Ινδία, το Βιετνάμ, αλλά και σε χώρες του λεγόμενου ανατολικού μπλοκ. Περιπτώσεις παραγωγής παιδικής πορνογραφίας στη Δύση υπάρχουν, όμως δεν αποτελούν την πλειοψηφία των ταινιών που διακινούνται στο διαδίκτυο.

    Μέσω αυτών των δικτύων, εκτός του φωτογραφικού υλικού, πωλούνται κασέτες βίντεο (videο) και cd-rom. Η τιμή πώλησης ενός τέτοιου πορνογραφικού βίντεο (video) κυμαίνεται από 46 σε 60 Ευρώ, εάν είναι αντιγραφή και περίπου 763 ευρώ εάν είναι πρωτότυπο. Στην περίπτωση που η ταινία περιλαμβάνει την δολοφονία παιδιού, τότε η τιμή μπορεί να φτάσει και τα 3.536 Ευρώ ή και περισσότερο και είναι τα λεγόμενα snuff films. Στην Ελλάδα η τιμή μπορεί να φθάσει και τα 5.000 ευρώ.

Θα πρέπει να αναφέρουμε ότι τέτοιου είδους ταινίες είναι ιδιαίτερα σπάνιες στο διαδίκτυο. Στις γνήσιες ταινίες snuff, ο πρωταγωνιστής, ο οποίος συνήθως είναι άνδρας, προκειμένου να εκσπερματίσει,  δολοφονεί το άτομο (ενήλικο ή ανήλικο) που κακοποιεί σεξουαλικά, συνήθως με αποκεφαλισμό, και μετά το περάς της όλης διαδικασία επιδεικνύει στο φακό τον κομμένο λαιμό προκειμένου να μπορέσει να αντιληφθεί αυτός που αγόρασε και παρακολουθεί την ταινία ότι είναι γνήσια. Οι ταινίες πωλούνται μόνο σε άτομα γνωστά που ανήκουν στην συγκεκριμένη «κοινότητα». Οι πωλητές δίδουν την ταινία τμηματικά και αφού έχουν εισπράξει τα χρήματα μέσω κωδικών, ώστε να μην γίνεται εύκολη η υποκλοπή και η ανασύνθεση του περιεχομένου. Λόγω της ιδιαίτερα υψηλής τιμής οι ταινίες αυτές διακινούνται συνήθως σε άτομα με μεγάλη οικονομική επιφάνεια. Στην Ευρώπη, παιδιά από χώρες όπως η Ρωσία και η Αλβανία βιάζονται και δολοφονούνται κατόπιν παραγγελιών.

 

 

Παιδική Πορνογραφία και Παιδοφιλία

Ο όρος “παιδοφιλία” χρησιμοποιήθηκε επίσημα για πρώτη φορά στο σύστημα κατηγοριοποίησης των ψυχικών διαταραχών DSM-III (American Psychiatric Association, 1980) της Αμερικάνικης Ψυχιατρικής Εταιρίας για να περιγράψει μία ειδική κατηγορία ατόμων που κακοποιούν σεξουαλικά τα παιδιά (child molesters), και παρουσιάζουν κάποια ειδικά χαρακτηριστικά (Γιωτάκος, 2003). Τόσο το DSM-III όσο και η ανανεωμένη έκδοση του DSM-III-R (American Psychiatric Association, 1987), όριζαν την παιδοφιλία ως “επαναλαμβανόμενες και επίμονες σεξουαλικές τάσεις και φαντασιώσεις που αφορούν σεξουαλική δραστηριότητα με παιδιά”. Σύμφωνα με τον Γιωτάκο (2005), με το πιο πάνω κριτήριο, η διάγνωση της παιδοφιλίας μπορούσε να χρησιμοποιηθεί σε άτομα που έχουν επιθυμία αλλά δεν την εκδηλώνουν διαπράττοντας σεξουαλικό αδίκημα, ενώ αντίθετα δεν μπορούσε να χρησιμοποιηθεί σε άτομα που έχουν κακοποιήσει σεξουαλικά ένα παιδί αλλά δεν έχουν παρεκκλίνουσες φαντασιώσεις και επιθυμίες. Αντίθετα κατά τον Marshal (1997), δεν υπάρχουν επαναλαμβανόμενες επιθυμίες και φαντασιώσεις στο 60% των παιδοφίλων και στο 75% των αιμομικτών. Αρκετοί κλινικοί αγνοούν τα κριτήρια του DSM, ιδίως όταν πρόκειται να εισάγουν τα άτομα αυτά σε θεραπεία, και χρησιμοποιούν τον όρο “child molesters” (άτομα που κακοποιούν σεξουαλικά τα παιδιά) αντί του όρου “pedophiles” (παιδόφιλοι) (Γιωτάκος, 2003). Από κλινικές παρατηρήσεις φαίνεται ότι κάποιοι παιδόφιλοι φαίνεται να διεγείρονται σεξουαλικά αποκλειστικά από παιδιά, ενώ κάποιοι άλλοι και από ενήλικες (Γιωτάκος, 2003).   

Όπως υποστηρίζουν οι Taylor, Holland, και Quayle (2001) οι παιδόφιλοι χρησιμοποιούν το διαδίκτυο για τους παρακάτω λόγους:

  • για την διακίνηση παιδικής πορνογραφίας,
  • για να παρενοχλήσουν σεξουαλικά παιδιά,
  • για να επικοινωνήσουν με άλλους παιδόφιλους.

Ενδιαφέρον παρουσιάζει η άποψη των Quayle et al. (2000), οι οποίοι ομοιάζουν και χαρακτηρίζουν την αναζήτηση διαδικτυακού παιδικού πορνογραφικού υλικού ως ένα είδος ηδονοβλεψίας. Οι παιδόφιλοι μέσω του διαδικτύου εντοπίζουν παιδιά τα οποία παρενοχλούν σεξουαλικά, επικοινωνούν με άλλους παιδόφιλους (Quayle & Taylor, 2001), και συχνά παρουσιάζονται στα chat rooms ως παιδιά και ως ενήλικες συγχρόνως. Επειδή δεν έρχονται σε άμεση σωματική επαφή με τα παιδιά θεωρούν πως δεν κάνουν κάτι κακό οπότε και αρνούνται τη διάπραξη σχετικού αδικήματος (Durkin & Bryant, 1999).

Το διαδίκτυο όπως και ανωτέρω αναφέραμε παρέχει τη δυνατότητα και στους παιδόφιλους να εκφράσουν καταπιεσμένες και μύχιες πλευρές του εαυτού τους που αλλιώς θα παρέμεναν κρυμμένες ή αδρανείς (Quayle & Taylor, 2001). Ο παιδόφιλος κάνει χρήση της διαδικτυακής παιδικής πορνογραφίας αφενός για την πρόκληση της σεξουαλικής του διέγερσης και την άρση πιθανών αναστολών, και αφετέρου για την αποπλάνηση παιδιών μέσω της χειραγώγησης σεξουαλικών φαντασιώσεων και του αυνανισμού.

Σύμφωνα με επιδημιολογική μελέτη σε σχέση με την παιδοφιλία και το διαδίκτυο, η οποία εκπονήθηκε βάσει σχετικής μελέτης των Mitchell et al. (2001) σε παιδιά και εφήβους, διατυπώνονται τα ακόλουθα:

  • το 19% των παιδιών και εφήβων που χρησιμοποιούσαν το διαδίκτυο τακτικά δέχθηκαν σεξουαλικής παρενόχλησης σε διάστημα ενός χρόνου,
  • στο 3% των παρενοχλήσεων, οι παρενοχλούντες προσπάθησαν να έρθουν σε επαφή με τα παιδιά/ τους εφήβους εκτός δικτύου,
  • μόνο το 10% των περιπτώσεων καταγγέλθησαν στην Αστυνομία ή σε άλλη αρχή,
  • το 69% των γονέων και το 76% των εφήβων δεν γνώριζαν που θα μπορούσαν να καταγγείλουν τέτοια περιστατικά,

Οι Pratarelli & Browne (2002) κατηγοριοποίησαν τους ανηλίκους που εν δυνάμει φαίνεται να διατρέχουν μεγαλύτερο κίνδυνο θυματοποίησης από τη διαδικτυακή σεξουαλική παρενόχληση ως κατωτέρω:

α. τα κορίτσια,

β. οι μεγαλύτεροι σε ηλικία έφηβοι (14-17 ετών),

γ. οι έφηβοι με ψυχολογικά προβλήματα (για παράδειγμα οι κοινωνικά απομονωμένοι ή/και οι καταθλιπτικοί),

δ. οι τακτικοί χρήστες και

ε. οι συμμετέχοντες σε chat rooms.

Σύμφωνα με μια άλλη μεγάλη έρευνα που εκπονήθηκε στις ΗΠΑ (Wolak, Finkelhor & Mitchell, 2005) αναφέρεται ότι :

  • το έτος 2000 συνελήφθησαν στις ΗΠΑ συνολικά 1.713 περιπτώσεις παιδικής πορνογραφίας στην διάρκεια ενός χρόνου (Ιούλιος 2000 – Ιούνιος 2001),
  • η πλειοψηφία του συνόλου των θυτών ήταν άντρες, το 91% λευκοί και το 86% ηλικίας άνω των 25 ετών, ενώ μόνο το 3% των θυτών ήταν κάτω των 18 ετών,
  • το 83% κατείχαν φωτογραφικό υλικό παιδιών σε προεφηβική ηλικία το οποίο απεικόνιζε σεξουαλικές πράξεις σε ποσοστό 80%,
  • το 21% (περίπου ο 1 στους 5) κατείχαν φωτογραφίες που απεικόνιζαν σεξουαλική βία: δεσμά, βιασμό και βασανιστήρια,
  • το 39% είχαν στην κατοχή τους και ένα τουλάχιστον βίντεο με παιδική πορνογραφία,
  • το 53% των υποθέσεων που ακολούθησαν τη δικαστηριακή οδό αφορούσαν στην κατοχή παιδικής πορνογραφίας, το 31% σε υποθέσεις παιδικής σεξουαλικής κακοποίησης και το 16% σε περιπτώσεις διαδικτυακής σεξουαλικής παρενόχλησης,
  • το 57% των συλληφθέντες για παιδική πορνογραφία είχαν καταγγελθεί από πολίτες,
  • το 40% των συλληφθέντων κατηγορήθηκαν για κατά συρροή τέλεση του αδικήματος της κατοχής παιδικής πορνογραφίας και της σεξουαλικής κακοποιήσει ανηλίκων και ένα 15% αυτών είχαν αποπειραθεί ή τελέσει και το αδίκημα της διαδικτυακής σεξουαλικής παρενόχλησης,
  • Το 96% των δραστών ομολόγησαν την ενοχή τους και το 59% φυλακίστηκαν.

Οι Taylor, Holland και Quayle (2001), προσπάθησαν να δώσουν μια τυπολογία παιδοφίλων στο διαδίκτυο κατηγοριοποιώντας τους χρήστες σε εννιά κατηγορίες:

 

  1. Browser

Γίνεται χωρίς να το επιδιώξει κάτοχος υλικού παιδικής πορνογραφίας (παραδείγματος χάριν μέσω ενοχλητικού ταχυδρομείου – spam), το οποίο όμως υλικό τελικά κρατάει. Για να στοιχειοθετηθεί αδίκημα, θα πρέπει να αποδειχθεί η πρόθεση του χρήστη στη διατηρήσει του παράνομου υλικού. Στην περίπτωση που το υλικό έχει αποκτηθεί μέσω επανειλημμένων επισκέψεων του χρήστη σε δικτυακούς τόπους που παρέχουν παιδικό πορνογραφικό υλικό και γίνεται διακίνηση παιδικής πορνογραφίας μπορεί να στοιχειοθετηθεί αδίκημα.

 

  1. Αυτός που φαντασιώνεται παιδιά:

Καταρχάς η φαντασίωση δεν ποινικοποιείται και επομένως δεν συνιστά αδίκημα. Εάν η φαντασίωση εκφράζεται με την μορφή ηλεκτρονικού ή ψηφιακού κειμένου και κατοχή παιδικής πορνογραφίας μπορεί να στοιχειοθετηθεί αδίκημα ακόμα και αν ο χρήστης δεν έχει την πρόθεση της διακίνησης του κειμένου ή του υλικού σε άλλα άτομα. Ο κίνδυνος να αποκαλυφθεί ο παραβάτης που συμμετέχει στην ιδιωτική φαντασίωση είναι μικρός. Συνήθως τέτοιες υποθέσεις έρχονται στο φως είτε κατόπιν καταγγελίας από κάποιο τρίτο άτομο, είτε μετά από έρευνα των διωκτικών αρχών σε υπολογιστές για την αναζήτηση άλλου είδους αδικημάτων, είτε μετά από την συντήρηση, είτε την κλοπή του υπολογιστή, ή από εντόπιση του συγκεκριμένου κειμένου ή ψηφιακού υλικού από άλλον χρήστη στο διαδίκτυο.

 

  1. Το αλιευτικό πλοιάριο

Τέτοιου είδους χρήστες λαμβάνουν ελάχιστα μέτρα ασφαλείας και έχουν ελάχιστη δικτύωση μεταξύ τους. Οι Taylor, Holland και Quayle (2001), περιγράφουν τρεις υποτύπους τέτοιων χρηστών. α. Ο σεξουαλικά «παμφάγος» χρήστης (πιθανώς ένα άτομο με ψυχαναγκαστική δομή προσωπικότητας) ενδιαφέρεται για κάθε είδους σεξουαλικό υλικό, οπότε η παιδική πορνογραφία είναι απλά ένα μέρος αλλά δεν εστιάζεται μόνο σε αυτή. β. Ο σεξουαλικά περίεργος χρήστης ο οποίος έχει πειραματιστεί με το πορνογραφικό υλικό παιδιών αλλά δεν το έχει αποδεχτεί. γ. Ο απελευθερωμένος/ φιλελεύθερος (Libertarian) χρήστης, ο οποίος μέσω της επαφής του με την παιδική πορνογραφία, θέλει να επιβεβαιώσει πως είναι ελεύθερος σε οτιδήποτε επιθυμεί.

 

  1. Ο μη ασφαλής συλλέκτης

Ο μη-ασφαλής συλλέκτης αγοράζει, μεταφορτώνει ή ανταλλάσσει την παιδική πορνογραφία διαμέσου κάθε διαθέσιμης πηγής πληροφοριών στο διαδίκτυο ή μέσω chat rooms, όπου δεν επιβάλλονται περιορισμοί για την ασφάλεια των χρηστών. Αυτοί οι περιορισμοί περιλαμβάνουν συνήθως κωδικούς πρόσβασης, κρυπτογράφηση ή την απαίτηση να προηγηθεί ανταλλαγή ενός ελάχιστου αριθμόυ εικόνων. Ο βαθμός δικτύωσης μεταξύ των μη-ασφαλών συλλεκτών είναι περισσότερο αναπτυγμένος απ’ ό,τι μεταξύ των αλιευτικών πλοιαρίων.

 

  1. Ο ασφαλής συλλέκτης

Χρησιμοποιεί τους περιορισμούς ασφάλειας για να συλλέξει το πορνογραφικό υλικό. Εκτός από την κρυπτογράφηση, μερικές ομάδες απαιτούν από κάθε χρήστη την ανάρτηση στο συγκεκριμένο δικτυακό τόπο συγκεκριμένου αριθμού φωτογραφιών παιδικής πορνογραφίας πριν την εγγραφή και σε εισαγωγή του ως μέλος σε αυτές.  Για παράδειγμα στη λέσχη Wοnderland SIC που δημιουργήθηκε το 1998, προϋπόθετε στα υπό εγγραφή μέλη την υποβολή 10.000 εικόνων παιδικής πορνογραφίας προκειμένου να συμμετάσχουν σε αυτήν.

 

  1. Ο  groomer

O groomer έχει on line επαφή με ένα παιδί προκειμένου είτε να συμμετάσχει σε cyber sex είτε να δημιουργήσει off line σεξουαλική σχέση. Το πορνογραφικό υλικό χρησιμοποιείται για να χειραγωγήσει και να μειώσει τις αναστολές του παιδιού, ώστε τελικά να πειστεί να συμμετάσχει στη σεξουαλική δραστηριότητα. Η κοινοποίηση σε παιδιά κάθε είδους άσεμνου υλικού, με σκοπό το παιδί να συμμετάσχει σε σεξουαλική δραστηριότητα αποτελεί αδίκημα σε πολλά νομικά συστήματα.

 

  1. O Φυσικός Καταχραστής (Εκμεταλλευτής)

Συμμετέχει ενεργά στην κατάχρηση παιδικής πορνογραφίας για την σεξουαλική του ικανοποιήση. Η σωματική κακοποίηση μπορεί και να καταγραφεί για την προσωπική χρήση του καταχραστή αλλά δεν προορίζεται να διανεμηθεί περαιτέρω.

  1. O Παραγωγός

Παράγει υλικό παιδικής πορνογραφίας και το παρέχει σε άλλους χρήστες.

  1. Ο Διανομέας

Ο διανομέας της παιδικής πορνογραφίας μπορεί να έχει ή να μην έχει σεξουαλικό ενδιαφέρον για την παιδική πορνογραφία. Σκοπός του είναι το οικονομικό όφελος.

 

 

Συμπεράσματα:

α. Η διαδικτυακή πορνογραφία αντανακλά την παθολογία και ορίζει την παραβατικότητα της σύγχρονης κοινωνίας. Αναδεικνύει τα προσωπικά και κοινωνικά αδιέξοδα που αντιμετωπίζει ο άνθρωπος, τις μύχιες διαθέσεις, τάσεις, απωθημένα και επιθυμίες του.

β. Ο χρήστης του διαδικτύου δεν είναι ένας παθητικός δέκτης καθώς είναι σε θέση να ελέγξει τα μηνύματα που δέχεται, φιλτράροντάς τα μέσα από το σύστημα των προσωπικών του πεποιθήσεων και αξιών. Επομένως όσο εύκολα μπορεί κανείς να προσεγγίσει αυτό το υλικό, άλλο τόσο εύκολα μπορεί και να το απορρίψει. Το εάν τελικά εγκατασταθεί μια μόνιμη σχέση ή/και σχέση εξάρτησης ανάμεσα στο χρήστη και το διαδίκτυο εξαρτάται από τις προδιαθέσεις, τις επιδιώξεις και τις τάσεις του, και βέβαια το ευρύτερο κοινωνικό και πολιτιστικό του περιβάλλον.

γ. Η διαδικτυακή πορνογραφία συνιστά μια εικονική κοινότητα, όπου πραγματικότητα και φαντασίωση αλληλεπιδρούν και αλληλοτροποποιούνται. Σε αυτό το πλαίσιο μπορεί να λειτουργεί είτε ως μέσο κοινωνικά ακίνδυνης εκτόνωσης αντικοινωνικών ή/και παραβατικών τάσεων και αντιλήψεων, είτε ως μέσο έκφρασής τους, ή ακόμα και ως δίαυλο εξωτερίκευσής τους.