ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Tα Προγράμματα Διαμεσολάβησης σε Σχολεία (Peer Mediation Programs) επιλύουν τα προβλήματα απειθαρχίας που έχουν τα παιδιά και οι έφηβοι και έτσι επιτρέπουν στους εκπαιδευτικούς να ασκήσουν ουσιαστικότερα το έργο της διδασκαλίας. Οι συγκρούσεις μεταξύ των παιδιών και των εφήβων στο σχολικό περιβάλλον αντικατοπτρίζουν μια πολύ σημαντική πτυχή της κοινωνικοποίησης τους και αποτελούν τρόπο ωρίμανσης. Η αντικοινωνική συμπεριφορά που παρουσιάζουν τα παιδιά και οι έφηβοι κατά τη σχολική ηλικία, η οποία μπορεί να οφείλεται και στην έλλειψη ουσιαστικών και σθεναρών δεσμών μεταξύ των συμμαθητών, είναι πιθανό να εξελιχθεί, σε μορφές ανήλικης παραβατικότητας. Η διαμεσολάβηση θεωρήθηκε ότι είναι ένας τρόπος πρόληψης της ανήλικης παραβατικότητας. Περιλαμβάνει τεχνικές εκμάθησης των παιδιών και των εφήβων να λειτουργούν ως ουδέτερα μέρη που μπορούν να επέμβουν και να βοηθήσουν τους συμμαθητές τους σε περίπτωση σύγκρουσης, ούτως ώστε να συνδράμουν στην επίλυση της διαφοράς. Μαθαίνουν, δηλαδή, να λειτουργούν ως μονάδες, αλλά και συλλογικά με σκοπό την επίλυση των διαφορών μέσω της δικής τους μεσολάβησης.

 

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Πρωτοεμφανίστηκαν σε αμερικάνικα σχολεία προκειμένου να αντιμετωπίσουν την αυξανόμενη βία μεταξύ των μαθητών. Βρίσκονται ακόμη σε σχετικά πρώιμο και πιλοτικό στάδιο και δεν έχουν με ασφάλεια επαληθευτεί τα αποτελέσματα αυτών. Η ενσωμάτωση της γνώσεως αναφορικά με το πώς τα παιδιά αντιλαμβάνονται και απαντούν στις διαμάχες και στους τσακωμούς, μπορεί σταδιακά να βελτιώσει τα προγράμματα αυτά, των οποίων η χρονική διάρκεια εφαρμογής τους δεν ξεπερνά τις 3 δεκαετίες.  Η γένεσή τους τοποθετείται στο μοντέλο που δημιουργήθηκε για τα προγράμματα Quaker της Νέας Υόρκης που στόχευαν στην καταπολέμηση της βίας στα σχολεία. Το 1991, λειτουργούσαν περισσότερα από 300 ερευνητικά προγράμματα διαμεσολάβησης. Το ενδιαφέρον των προγραμμάτων αυτών έγκειται στο γεγονός ότι στόχος τους είναι να «διαχειριστούν» τη βία και την αντικοινωνική συμπεριφορά μεταξύ των παιδιών, και ιδίως, αυτών που ανήκουν σε ομάδες υψηλού κινδύνου παραβατικότητας, σε συμμορίες ανηλίκων και παραπαίουν συχνά μεταξύ των ορίων της νομιμότητας και της παραβατικότητας.

 

ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΤΩΝ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑΤΩΝ:

Το πρόγραμμα εκπαίδευσης μπορεί να απευθύνεται σε μαθητές που εθελοντικά συμμετέχουν στους εκπαιδευτικούς, ακόμη και στους γονείς. Περιλαμβάνει βασικά στοιχεία της διαμεσολάβησης και μαθαίνει στα παιδιά να ακολουθούν μια απλή διαδικασία, όπως:

–   Συστήνεσαι και ρωτάς εάν χρειάζονται διαμεσολάβηση για την επίλυση της διαφοράς.

–   Συμφωνείς για κάποιους βασικούς κανόνες που θα τεθούν (να μην διακόπτεται ο ομιλητής, να μην γίνεται χρήση άσχημων επιθέτων, να υπάρχει ειλικρίνεια, να συμφωνούν πως θα επιλύσουν την διαφορά κ.α.).

–   Ζητάς να ακούσεις και από τις δύο πλευρές το πρόβλημα.

–   Ρωτάς το κάθε μέρος τί μπορεί να κάνει.

–   Ρωτάς το κάθε μέρος τί επιθυμεί και χρειάζεται να γίνει.

–   Ανακεφαλαιώνεις.

–   Μοιράζεσαι τις ιδέες και τις πιθανές λύσεις και με τις δύο πλευρές.

–   Ρωτάς και τις δύο πλευρές τί θα ήταν καλύτερο και αυτούς.

–   Ανακεφαλαιώνεις.

–   Ρωτάς αν κρίνουν δίκαιη τη λύση.

–   Συγχαίρεις και τις δύο πλευρές.

Η εκπαίδευση μπορεί να γίνει από εξωτερικούς συμβούλους, από εκπαιδευτικούς ή και συνδυασμός αυτών. Ο χώρος στον οποίο βρίσκονται οι σύμβουλοι είναι κυρίως εκεί όπου παίζουν ή τρώνε τα παιδιά και παρακολουθούν συμπεριφορές, οι οποίες δεν έχουν φθάσει έως το σημείο της άσκησης βίας. Τότε, οι σύμβουλοι ρωτούν τα παιδιά εάν θέλουν να δεχθούν διαμεσολάβηση και εφόσον συμφωνήσουν έπειτα περνάνε στις διαδικασίες της επίλυσης.

 

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ:

Υπάρχουν ελάχιστες έρευνες σχετικά με την αποτελεσματικότητα των προγραμμάτων αυτών. Θεωρητικά τα προγράμματα αυτά θα πρέπει να μειώνουν τα φαινόμενα βίας και αντικοινωνικής συμπεριφοράς των ανηλίκων και να ενισχύουν την αυτοεκτίμησή τους ως ικανών διαμεσολαβητών.

 

*Εναλλακτική Δικαιοσύνη & Δράστες Σεξουαλικών Εγκλημάτων, Μ. Τσιλιάκου, Νομική Βιβλιοθήκη, 2011